Ελένης Α. Ηλία, Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα , εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2012, Εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση
ISBN: 978 – 960 – 335 – 272 – 3

Πρόλογος
Αν εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι αναλογιστούμε πώς είναι σήμερα ο κόσμος, τι διαπιστώνουμε; Διαφοροποιούμαστε άραγε πολύ από τις καρικατούρες του βασιλιά, του ματαιόδοξου, του εξαρτημένου από το ποτό, του επιχειρηματία, του απελπισμένου φαναρανάφτη, του σχολαστικού γεωγράφου; Κι όμως είμαστε εμείς οι ίδιοι που από παιδάκια μας συγκινεί η φιγούρα του Μικρού Πρίγκιπα και συχνά επανερχόμαστε στις εμπειρίες που αποκόμισε από το ταξίδι του στη Γη μας.
Με δεδομένη την ιδιότητα της λογοτεχνίας να διαπαιδαγωγεί, η τεράστια, τόσο διαχρονική όσο και οικουμενική απήχηση του βιβλίου του Εξυπερύ, δεν θα μας επέτρεπε βάσιμα να ελπίζουμε πως ο Μικρός Πρίγκιπας θα μπορούσε να συμβάλει να γίνεται ο κόσμος μας όλο και καλύτερος; Κι αν αυτό τελικά δεν συμβαίνει, μήπως ο λόγος είναι πως δεν τον έχουμε ακόμη γνωρίσει ουσιαστικά, πως δεν του ζητήσαμε όσα ο ίδιος επιθυμεί να μας προσφέρει;
Ο Μικρός Πρίγκιπας προκαλεί όλους μας να σκεφτούμε ξανά τη σχέση μας μαζί του. Να αντιληφθούμε στην παρουσία του την αυτογνωσία του δημιουργού του, την προτροπή του να επιλέγουμε την παιδικότητα ως ενσυνείδητη στάση ζωής, ανεξάρτητα από τη βιολογική μας ηλικία. Κι εμείς είναι αδύνατον να του αντισταθούμε…







Όσοι έχουν λατρέψει τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Εξυπερύ, θα αγαπήσουν και τη… συνέχειά του! Η συγγραφέας και Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ελένη Ηλία, απευθύνεται σε μικρούς και … μικρότερους αναγνώστες με το βιβλίο μυθοπλασίας «Μετά τον Μικρό πρίγκιπα» (Ηριδανός, 2012). Σ’ αυτό ένα Κορίτσι παρατηρεί με την αθώα, παιδική ματιά του και προσπαθεί μάταια να επικοινωνήσει με τους ενοίκους του σπιτιού που βρίσκεται μέσα στον αγαπημένο της κήπο, τον χαμένο Παράδεισο της παιδικής της ηλικίας… και διαρκώς αναρωτιέται: «Όλοι εμείς που ζούμε στην εποχή “μετά τον Μικρό Πρίγκιπα”, έχουμε αναλογιστεί άραγε ποτέ ότι αυτό μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας; Να κάνει τον κόσμο γύρω μας καλύτερο; Προϋπόθεση όμως για να συμβεί κάτι τέτοιο, είναι να ανακαλύψουμε την πραγματική ταυτότητα του Μικρού Πρίγκιπα και να κατανοήσουμε την αιτία, ή μάλλον την ανάγκη, που τον έφερε κάποτε στον πλανήτη μας. Η απάντηση για το ποιος είναι ο Μικρός Πρίγκιπας βρίσκεται βαθιά μέσα μας. Για να αναδυθεί, φτάνει μόνο ν’ αφουγκραστούμε τους ψιθύρους αυτού του βιβλίου» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). Στις τελευταίες σελίδες καταγράφονται προτάσεις για παιγνιώδεις δραστηριότητες αναφερόμενες στην ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα.
Το βιβλίο έχει και το παρεάκι του! Ένα δεύτερο βιβλίο με τίτλο: «Παιχνίδια με το Μικρό Πρίγκιπα του Εξυπερύ» (εκδ. Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ασπροπύργου, 2006), το οποίο απευθύνεται, κυρίως, σε εκπαιδευτικούς της Προσχολικής Αγωγής και της Δημοτικής Εκπαίδευσης. Εκεί αναγράφονται εκπαιδευτικές δραστηριότητες που έχουν εφαρμοστεί με μαθητές του 4ου Νηπιαγωγείου Ασπροπύργου, καθώς και μικρά κείμενα που δημιουργήθηκαν από τα ίδια τα παιδιά. Δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προτάσεις ανάγνωσης για το καλοκαίρι που είναι ακόμη μπροστά…


ΕΛΕΝΗ Α. ΗΛΙΑ
μετά τον Μικρό Πρίγκιπα
Μέρος Α
Φτάνοντας στην «έρημο»
Καθισμένη σε ένα γρανιτένιο βράχο στην ανατολική άκρη του φιλόξενου κόλπου, εκεί ακριβώς που η ξηρά σχηματίζει μια γλώσσα μέσα στη θάλασσα, περιμένω με το βλέμμα μου προσηλωμένο στον ήλιο. Εδώ και κάμποση ώρα δεν είναι πια ο πανίσχυρος βασιλιάς, ο αγέρωχος κι απρόσιτος στον πανύψηλο θρόνο του. Διαγράφοντας την καθορισμένη πορεία του προς την επιφάνεια του νερού, όλο και με πλησιάζει.
Έχω φτάσει σε τούτη την παραλία, την ήσυχη τα Καλοκαίρια κι ερημική τις υπόλοιπες εποχές, ελπίζοντας να απολαύσω το ηλιοβασίλεμα. Ξεκίνησα απ’ την πόλη για το εξοχικό μας κάπως σαν δραπέτης από την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να αναζητήσω καταφύγιο στη φύση. Από τότε που μικρό κοριτσάκι ζούσα ονειρεμένες στιγμές στον κήπο του σπιτιού που με φιλοξενούσε σ’ εκείνο το νησί, η φύση παραμένει η φίλη που μοιράζομαι τα πιο απόκρυφα μυστικά μου. Η ακατανίκητη σύμμαχος που ποτέ δεν προδίδει. Κοντά της οι βαθύτερες σκέψεις μου αποκτούν μορφή, χρώμα και σχήμα.
Με την απόδρασή μου αυτό το ανοιξιάτικο απόγευμα, επιδιώκω να λυτρωθώ από την ένταση και την αγωνία, προσωρινά έστω. Είναι τόσο οδυνηρό να περιμένεις το βέβαιο θάνατο του αγαπημένου σου προσώπου!…
Όταν έφτασα στο εξοχικό μας, ξεκινούσε το τοπικό λεωφορείο που περνά από αυτήν την παραλία. Ανέβηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Στη διαδρομή ένιωθα μια ανεξήγητη ανυπομονησία. Ψαχούλεψα την τσάντα μου, την ίδια που κουβαλάω καθημερινά στη δουλειά μου, αναζητώντας κάποιο βιβλίο, για να με χαλαρώσει. Η συνήθειά μου να μην αφαιρώ καθετί που πια δεν χρειάζομαι, αποδείχτηκε πολύτιμη αυτή τη φορά. Άνοιξα τυχαία το βιβλίο που ανέσυρα, στη σελίδα που ο ήρωάς του εξομολογιόταν πως όποτε ήταν θλιμμένος, του άρεσε να βλέπει το ηλιοβασίλεμα. Αυτή η σύμπτωση πολύ με εμψύχωσε.
Υπόσχεση
Μόλις κατέβηκα από το λεωφορείο, κυριολεκτικά όρμησα προς το μονοπάτι που οδηγεί στην παραλία. Σκαρφάλωσα με ταχύτητα αδιανόητη και χωρίς να καταλαβαίνω κανέναν κόπο στον αμμόλοφο που μου έκρυβε το τοπίο. Για ώρα ατένιζα το λαμπερό σμαραγδί χρώμα στην ατέλειωτη επιφάνεια της θάλασσας, ώσπου μου μετάγγισε τη δύναμη της απεραντοσύνης της, τη γαλήνη και την ξενοιασιά του παιχνιδίσματός της.
Περπάτησα ξελαφρωμένη, αργά, σχεδόν τελετουργικά στο όριο της θάλασσας με την ξηρά, ακολουθώντας χνάρια ζώου, που έφταναν έως το σημείο που κάθομαι. Δεν ήμουν εντελώς μόνη λοιπόν. Ύστερα από την πρώτη έκπληξη, αισθάνθηκα βαθιά οικειότητα για κείνο το πλάσμα που δήλωνε τόσο διακριτικά την παρουσία του, διαγράφοντας την ίδια πορεία με μένα …
Μεταξύ μας, δεν μου ήταν καθόλου άγνωστο το πλάσμα αυτό. Αναπόλησα συγκινημένη τις αναρίθμητες καλοκαιρινές βραδινές συναντήσεις μας, όπως επέστρεφα από τις εξοχές της περιοχής. Τα μάτια του έλαμπαν στο σκοτάδι σαν άστρα, καθώς έπεφταν πάνω τους οι προβολείς του αυτοκινήτου. Στο φως τους η ψυχή μου γινόταν διάφανη. Προσπερνούσα τότε αμήχανα, ανέτοιμη γι’ αυτήν την αποκάλυψη.
– Τι μπελάς αυτή η αλεπού, μονολογούσα. Γιατί επιμένει να την εξημερώσω; Η Αλεπού με προετοίμαζε υπομονετικά για καιρό. Στο βλέμμα της διάβαζα πως δεν βιαζόταν, δεν αδημονούσε, δεν αμφέβαλλε. Μου άφηνε απλώς την πρωτοβουλία της απόφασης.
Και να που σήμερα για πρώτη φορά το ενδεχόμενο να την συναντήσω δεν με τρομάζει πια, αντίθετα, θα έλεγα, με γοητεύει. Να μ’ έχει επηρεάσει που μόλις διάβασα για τη φιλία της με το αγόρι απ’ το σύμπαν; Καθώς πιο πάνω δεσπόζει η φωλιά της, σχηματισμένη από επιβλητικούς βράχους και πυκνούς θάμνους, δεν θα απέκλεια πάντως την περίπτωση η παρουσία μου εδώ να μην είναι μια απλή σύμπτωση αλλά το αποτέλεσμα υποσυνείδητης επιθυμίας.
Όπως και να ‘χει, αισιοδοξώ απόλυτα πως φτάνει να εμπιστευτώ τη φύση. Μετά από το ραντεβού με το ηλιοβασίλεμα, θα επακολουθήσει η συνάντηση με την Αλεπού.
Το δώρο του δειλινού
Ενώ το σώμα του ήλιου βυθίζεται, η ψυχή του, το κατακόκκινο χρώμα του, βαθύ και θερμό, απλώνεται στο νερό, στον ορίζοντα, στους πέτρινους όγκους, στα λιγοστά σύννεφα, ακόμη και στα γυμνά μου πόδια, που γι’ αυτό το λόγο φροντίζω να τα διατηρώ διαρκώς βρεγμένα. Η ένταξή μου σε αυτήν τη χρωματική ομοιομορφία με κάνει να νιώθω ένα με το φυσικό χώρο που με περιβάλλει…
Τότε είναι που διακρίνω πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας ένα ακαθόριστο σημάδι. Τρίβω τα μάτια μου, για να το παρατηρήσω καλύτερα. Γίνεται όλο και περισσότερο ορατό κι έτσι σιγά-σιγά καταλαβαίνω ότι πλησιάζει προς την παραλία. Τελικά κατορθώνω να ξεχωρίσω ένα παιδικό κεφαλάκι. Τι παράξενο! Όλο το απόγευμα δεν έχω δει καμιά βάρκα να περνάει στ’ ανοιχτά. Ένα κοριτσάκι ως πέντε-έξι χρονών βγαίνει από το νερό στο σημείο ακριβώς που είμαι καθισμένη και στέκεται σιωπηλό μπροστά μου.
Από την πρώτη στιγμή με εντυπωσιάζει το βλέμμα του. Δεν μοιάζει με αυτό των περισσότερων σημερινών μικρών παιδιών, που μιμούνται τέλεια τους τρόπους και το ύφος των μεγάλων, κι έτσι κερδίζουν το θαυμασμό τους. Τούτο το κοριτσάκι με κοιτάζει σταθερά, με αφοπλιστική αθωότητα.
Από πού έρχεται; Αναρωτιέμαι έντονα. Στο μυστήριο της παρουσίας του δεν χωράει καμιά λογική εξήγηση. Πώς διένυσε κολυμπώντας μια τόσο τεράστια απόσταση; Είναι τυχαία η συνάντησή μας ή μήπως να περιμένω κάτι από κείνο; Όποια κι αν είναι η απάντηση, εκτός από απορία νιώθω και απόλυτη ευθύνη απέναντί του, λόγω της μικρής του ηλικίας. Όπως δοκιμάζω να σκουπίσω το κορμάκι του, μια ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη με περιμένει. Διαπιστώνω ότι το δέρμα, τα μαλλιά, το φορεματάκι του έχουν μείνει εντελώς στεγνά.
-Από πού έρχεσαι; Ρωτώ με κομμένη ανάσα, ζητώντας επιβεβαίωση για την ιδέα που έχει ξαφνικά καρφωθεί στο μυαλό μου. Απλώνει το χεράκι του με τεντωμένο το δείχτη κατά τη θάλασσα.
-Από τη θάλασσα; Γοργόνα είσαι; Αστειεύομαι τάχα, προκειμένου να κρύψω την ταραχή μου. Κουνά το κεφαλάκι του κάμποσες φορές δεξιά κι αριστερά, πολύ σοβαρά, για ν’ αρνηθεί.
– Δεν μιλάς ποτέ; Συνεχίζω, έχοντας παραιτηθεί πια από την προσπάθεια να φανώ ψύχραιμη. Γνέφει καταφατικά αυτή τη φορά. Ενώ εγώ μάταια αγωνίζομαι να χαμογελάσω, ολότελα παραδομένη στην αγωνία μου, εκείνο συμπληρώνει αιφνιδιαστικά:
– Έρχομαι από το νησί…
Αυτή ακριβώς είναι η απάντηση που περίμενα, ωστόσο η ανάγκη μου να προστατέψω τον εαυτό μου, να αποκλείσω κάθε ενδεχόμενο λάθους, με κάνει να συνεχίσω να ζητάω διευκρινίσεις.
-Ποιο απ’ όλα τα νησιά; Ρωτάω σαν να μην υποπτεύομαι τίποτα.
-Υπάρχουν πολλά; Απορεί το κοριτσάκι με συγκινητική αφέλεια. Για να καταλήξει:
-Από το νησί με τον κήπο.
Ίσως αυτό να μην σας φαίνεται ιδιαίτερα κατατοπιστικό, αλλά για μένα, ετούτη τη στιγμή είναι το πιο συγκεκριμένο πράγμα στον κόσμο. Χρώματα, ήχοι, ευωδιές, αγγίγματα και γεύσεις ξυπνούν μέσα μου και με μεταφέρουν στον κήπο όπου έζησα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια…
Ο κήπος των αισθήσεων
Αυτός ο κήπος παραμένει πάντα άρρηκτα δεμένος με τις αισθήσεις μου. Τότε που ήμουν παιδάκι πέντε-έξι χρονών, ήταν για μένα όλος ο κόσμος μου. Ήταν πιο απέραντος από το σύμπαν και ταυτόχρονα τόσο οικείος και ασφαλής όσο κι η αγκαλιά των γονιών. Μια σειρά τριανταφυλλιές, παραταγμένες σε ίση απόσταση μεταξύ τους, παράλληλα με την κουπαστή της χαμηλής βεράντας του σπιτιού που ήταν κτισμένο στο βόρειο μέρος του, αποτελούσαν το πιο καθωσπρέπει σημείο του. Οι τριανταφυλλιές από τη θέση τους μπορούσαν πάντα να παρακολουθούν τις προσπάθειές μου να κατακτήσω τη γνώση τις ώρες που περνούσα στη βεράντα, παίζοντας διάφορα ατομικά παιδαγωγικά παιχνίδια. Με τα χρώματα και το άρωμά τους με επιβράβευαν για κάθε μου επιτυχία.
Ο υπόλοιπος κήπος που εκτεινόταν πίσω τους, έδειχνε μάλλον ακανόνιστος. Στο γυμνό χώμα ανάμεσα στις τριανταφυλλιές και στις τρεις ακακίες που δέσποζαν στο κέντρο του κήπου, παρήλαυναν αδιάκοπα στρατιές αναρίθμητων μυρμηγκιών, απόλυτα προσηλωμένες στην πορεία τους. Άπειρες φορές είχα προσπαθήσει να τα παρασύρω σε μια διαδρομή διαφορετική, που δεν θα κατέληγε στην τρύπα που είχαν σκάψει στο χώμα. Μα εκείνα αγνοούσαν γυαλιστερά κουμπιά και πολύχρωμα κουρελάκια που βρίσκονταν στο δρόμο τους και ακολουθούσαν φορτωμένα την ίδια πάντοτε διαδρομή με απόλυτη τάξη. Το πλήθος τους τα έκανε να δείχνουν δυνατά και ασφαλή.
Αν στο χώρο που είχε καταληφθεί απ’ τα μυρμήγκια, κυριαρχούσε η απόλυτη σιωπή, που υπαγόρευε την επικοινωνία με καθετί βαθύ και αθέατο, το μέρος με τις ακακίες ξεχώριζε για τους ρυθμικούς του ήχους. Όσο κι αν πλησίαζα, ήταν πολύ δύσκολο να εντοπίσω την πηγή τους κι αυτό δημιουργούσε μια μυστηριακή ατμόσφαιρα που με συνέπαιρνε. Αναζητώντας τον αόρατο τραγουδιστή, εξερευνούσα εκστασιασμένη τους χοντρούς κορμούς που με την ποικιλία τους είχαν την ικανότητα να αιχμαλωτίζουν για ώρες το βλέμμα μου. Τελικά εντόπιζα με πολύ κόπο ένα-ένα τα μέλη μιας πολυπληθούς χορωδίας, από την κίνηση των διάφανων φτερούγων τους, που ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με τη μουσική τους.
Χάρη στην ηχηρή και δύσκολα ορατή παρουσία των τζιτζικιών, ο κήπος μου συχνά μετατρεπόταν σε γη της περιπέτειας. Όλα τα παιδιά του οικισμού συγκεντρώνονταν εδώ, για να νιώσουν τον ενθουσιασμό των πειρατών που έβρισκαν κρυμμένους θησαυρούς. Κι ο πολυτιμότερος θησαυρός του κήπου μου δεν ήταν άλλος από τα τζιτζίκια, που τα φυλακίζαμε μέσα σε σκοτεινά σπιρτόκουτα. Το μαρτύριό τους, που πρόσφερε σε μας τα παιδιά τη χαρά να νιώθουμε δυνατά, διαρκούσε έως τη στιγμή της κρίσιμης ερώτησης. Η ερώτηση αυτή απευθυνόταν σε μένα, τη δέσποινα του κήπου, στο τέλος των πειρατικών περιπετειών της ημέρας, για να αποφασίσω για την τύχη των αιχμαλώτων, αν και ήμουν η μικρότερη της παρέας. Κι εγώ απαντούσα με τον ίδιο στερεότυπο τρόπο: «Να τα ελευθερώσουμε τώρα, για να μπορούμε να τα πιάσουμε αύριο πάλι». Τα παιδιά υπάκουαν αμέσως ανακουφισμένα. Τα φυλακισμένα τζιτζίκια, που είχα την εξουσία να ορίζω την τύχη τους, προσωρινά απελευθερώνονταν.
Όταν απέμενα μόνη, για μένα ήταν μια πρόκληση να επαναλάβω το παιχνίδι της αιχμαλωσίας, που τόσο καλά θα έπρεπε να έχω διδαχθεί. Ωστόσο ποτέ δεν το τόλμησα. Όχι από ευαισθησία αλλά από φόβο. Υποπτευόμουν πως μόνη κινδύνευα να υποστώ την εκδίκησή τους για το καθημερινό μαρτύριο που τα υποβάλλαμε.
Έτσι προτιμούσα να παίζω με τις φιλενάδες μου, τις πορτοκαλιές, άκακες πασχαλίτσες. Τις έπαιρνα τρυφερά στις χούφτες μου και τις παρακολουθούσα να βαδίζουν αμέριμνες πάνω στις παλάμες μου ή ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Οι πασχαλίτσες ήταν οι πιστές μου συνταξιδιώτισσες σε κάθε γωνιά του κήπου, στο φράχτη που έφτιαχναν στο κάτω μέρος του οι ροζ πικροδάφνες, στις λυγερές καλαμιές ή παραδίπλα στο περιβολάκι με τα χλωρά κρεμμυδάκια. Κι εκείνες όμως, όπως κι εγώ ξετρελαίνονταν για το παρτέρι με τα μοσχομπίζελα.
Εκεί τις απίθωνα απαλά καταγής κι έπαιζα το αγαπημένο μου παιχνίδι. Ανάμεσα σ’ αυτά τα ευωδιαστά λουλουδάκια, προσπαθούσα να εντοπίσω όσα ήταν ακριβώς όμοια μεταξύ τους. Ήταν ασύλληπτη η χρωματική ποικιλομορφία τους, η μοναδικότητα του καθενός τους στο συνδυασμό και στην αναλογία των χρωμάτων. Ωστόσο όλα τους είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Ήταν ταπεινά και χαρούμενα που ομόρφαιναν τον κήπο. Έτσι στη γωνιά με τα μοσχομπίζελα που ήταν ό,τι φωτεινότερο, πιο ευωδιαστό αλλά δυστυχώς και πιο εφήμερο, αποξεχνιόμουν για ώρες.
Αντίθετα, δεν έμπαινα ποτέ στο χώρο όπου έπεφτε ο ίσκιος από το πυκνό φύλλωμα της τεράστιας συκιάς που άπλωνε τα κλαδιά της στο πάνω μέρος του κήπου, στο πλάι του σπιτιού. Αυτό το μέρος μου φαινόταν κατασκότεινο και με κυρίευε φόβος. Για μένα ήταν το πανίσχυρο βασίλειο τεράστιων εντόμων, που πραγματοποιούσαν μαζικά θορυβώδεις επιθέσεις εναντίον όποιου θεωρούσαν εισβολέα, ιδιαίτερα όταν τα ώριμα σύκα κρέμονταν στα κλαδιά ή έπεφταν στο χώμα. Κάμποσες φορές σκέφτηκα να προσπαθήσω να κατανικήσω το φόβο μου. Μάταια όμως.
Στις αναμνήσεις μου από τον κήπο χωρούσαν και άπειρα άλλα. Τα τεράστια σαλιγκάρια με τα τόσο καλόγουστα χρωματισμένα καβούκια τους, που μπορούσες άφοβα να τα μεταφέρεις εδώ κι εκεί για τις ανάγκες του παιχνιδιού σου. Οι πολύχρωμες πεταλούδες που χόρευαν στο καλοκαιριάτικο φως κι ήταν μεγάλος ο πειρασμός να τις αγγίξεις. Μετάνιωνες όμως αμέσως γιατί τα φτερά τους γίνονταν σκόνη στα δάχτυλά σου. Κι ήταν πολύ θλιβερό να διαπιστώνεις πόσο ευάλωτη είναι η ομορφιά… Η ξύλινη κούνια που κρεμόταν με χοντρά σκοινιά απ’ τα κλαριά της ψηλότερης ακακίας. Το βασίλειο του κήπου δεν θα μπορούσε να έχει πιο κατάλληλο, λιτό και ταυτόχρονα μεγαλόπρεπο θρόνο. Κι ακόμη ο ήχος των κασμάδων που με ξυπνούσε τα πρωινά που έρχονταν στον κήπο οι εργάτες. Τα χτυπήματά τους στο σκληρό χώμα ήταν τόσο δυνατά και τόσο συντονισμένα, σαν να χτυπούσε μια τεράστια, μελωδική καμπάνα. Ένιωθα βέβαιη πως άκουγα την ίδια την καρδιά του κήπου, που διαλαλούσε την αγάπη του για μένα.
Ένα αντίο σε εκκρεμότητα
-Μίλησέ μου για τον κήπο, παρακαλώ το κοριτσάκι. Γιατί έφυγες από κει; Πότε τον άφησες;
Ο τόνος της φωνής μου φανερώνει λαχτάρα και πόνο. Ποτέ δεν είχα αποδεχτεί το γεγονός ότι δεν ζούσα πια στον κήπο. Όμως, πιστέψτε με, ήμουν πολύ μικρή και πολύ αδύναμη όταν τον άφησα και δεν είχα τη δυνατότητα της επιλογής. ‘Αλλωστε δεν ήμουν προετοιμασμένη ότι θα έφευγα οριστικά. Έφυγα με τη βεβαιότητα πως πολύ σύντομα θα ξαναγύριζα.
Ταξίδεψα με τους γονείς μου μακριά απ’ το νησί, για να δούμε τον άρρωστο παππού. Όταν όλα πήγαν καλά, προγραμματίσαμε άμεσα την επιστροφή μας. Το τελευταίο βράδυ πριν ξαναγυρίσουμε στον κήπο, η χαρά και η ανυπομονησία μου να βρεθώ στην αγκαλιά του, δεν με άφηναν να αποκοιμηθώ. Κι όταν επιτέλους τα βλέφαρά μου έγειραν βαριά, ονειρεύτηκα ό,τι επιθυμούσα περισσότερο, το αντάμωμα μαζί του.
Ξύπνησα ευτυχισμένη, λυτρωμένη. Είδα τον ήλιο μεσούρανα και απόρησα. Για να προλάβουμε το πλοίο για το νησί, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε πολύ νωρίς, με την ανατολή. Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου τρομερά αναστατωμένη. Έψαξα τους γονείς μου. Βρήκα μόνο τη μητέρα μου.
-Ο μπαμπάς; Ρώτησα και τα πόδια μου δεν με κρατούσαν. Εκείνη με χάιδεψε τρυφερά και μου είπε, με φωνή που προσπαθούσε να κρατήσει σταθερή.
-Έφυγε για το νησί.
-Μα πώς; Φώναξα απεγνωσμένα. Είχαμε κανονίσει ότι θα φεύγαμε όλοι μαζί. Γκρίνιαζα, παραληρούσα και δεν την άκουγα που προσπαθούσε να μου εξηγήσει πως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Γειτονικό κράτος είχε βρεθεί ξαφνικά σε εμπόλεμη κατάσταση. Μεταγωγικά αεροπλάνα και αρματαγωγά πλοία μετέφεραν στο νησί στρατιωτικές δυνάμεις, για να εκστρατεύσουν προς τη φίλη χώρα όπου θα έπαιρναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις.
Ο πόλεμος τελείωσε μέσα στο Καλοκαίρι. Το Σεπτέμβρη που όλα ήταν πια ήρεμα, αντί να φύγουμε για το νησί, ξεκίνησα μαθήματα σε καινούριο σχολείο, αφού σύντομα ο μπαμπάς θα επέστρεφε κοντά μας οριστικά. Πολλά χρόνια πέρασαν από τότε, μα εγώ ποτέ δεν έπαψα να νοσταλγώ τον κήπο, που τον αποχωρίστηκα χωρίς να ξέρω πως ήταν για πάντα, χωρίς να έχω την ευκαιρία να τον αποχαιρετήσω.
Μεγαλώνοντας είναι αλήθεια πως μου δόθηκε κάμποσες φορές η δυνατότητα να πραγματοποιήσω επιτέλους το ανεκπλήρωτο παιδικό μου όνειρο της επιστροφής, έστω φευγαλέα. Κάποτε που είχα βρεθεί ως σύνεδρος στο νησί, πέρασα μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από τον κήπο. Προτίμησα όμως να τον προσπεράσω. Δικαιολογήθηκα στον εαυτό μου πως θα καθυστερούσα στο συνέδριο. Στο νησί βρέθηκα κι άλλοτε, για λόγους αναψυχής. Μα και πάλι αγνόησα την επιθυμία μου. Το πρόγραμμα της ομαδικής εκδρομής ήταν καθορισμένο με απόλυτη ακρίβεια και όφειλα να μην δημιουργήσω πρόβλημα στην εκτέλεσή του. Απέφυγα τον κήπο και για τρίτη φορά, με τη σκέψη πως αν η συντροφιά μου καταλάβαινε τη νοσταλγία μου, ίσως να γελούσε μαζί μου.
Τώρα που περιμένω με απίστευτη αγωνία να μάθω από το κοριτσάκι κάτι για την τύχη του κήπου, μπορώ πλέον να ερμηνεύσω την προηγούμενη στάση μου. Εφεύρισκα όλες εκείνες τις προφάσεις, επειδή φοβόμουν την απογοήτευση αν ο κήπος δεν υπήρχε πια ή αν ήταν διαφορετικός, ξένος σε μένα. Τόσον καιρό είχα αντέξει μακριά του, ακριβώς επειδή μπορούσα ακόμη να ελπίζω ότι κάπου υπάρχει ο Παράδεισός μου. Αλλά τώρα είχε έρθει πια η στιγμή της αλήθειας…
Μέρος Β
Φόβος
Μετά από την οικογένειά μου, στο σπίτι εγκαταστάθηκε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, που έβλεπε τον κήπο σαν απειλή. Φοβούνταν ότι τα έντομα που συγκεντρώνονταν στα λουλούδια, μπορούσαν να τους προκαλέσουν το θάνατο. Έτσι τα φυτά δέχονταν καθημερινά μεγάλες ποσότητες χημικών ουσιών, που στόχο είχαν να εξολοθρέψουν τους ζωντανούς οργανισμούς που τα τριγύριζαν. Το κοριτσάκι δυσκολευόταν να πλησιάσει, γιατί τώρα την υπέροχη ευωδιά τους είχε αντικαταστήσει μια έντονη δυσωδία.
-Γλίτωσέ μας! Εκλιπαρούσαν τα απελπισμένα λουλούδια το κοριτσάκι. Και τότε εκείνο μ’ ένα παιχνιδάκι ποτιστήρι τα ξέπλενε ξανά και ξανά.
-Δεν είναι μέρος εδώ για παιχνίδι μικρή, το μάλωναν αυστηρά οι ηλικιωμένοι.
-Μα εδώ είναι οι φίλοι μου, απαντούσε εκείνο αυθόρμητα, δείχνοντας γύρω του.
-Άμυαλο παιδί! Κατέληγαν πάντα οι κάτοικοι και έκλειναν ερμητικά την πόρτα τους.
Όσο περισσότερο ο κήπος ήταν στις ομορφιές του τόσο περισσότερο τρόμο προκαλούσε στους δύο αυτούς ανθρώπους. Την Άνοιξη ειδικότερα, τα υπέροχα ανθισμένα φυτά θεωρούνταν αδίστακτοι «εχθροί», που μπορούσαν να σκοτώσουν, προκαλώντας αλλεργίες. Τη μοναδική χρονιά που το ζευγάρι έζησε στο σπίτι τέτοια εποχή, απέφευγε συστηματικά να βγαίνει έξω. Όλα όσα χρειάζονταν, τους τα μετέφεραν εκεί. Κι όποτε αναγκάζονταν να περάσουν από τον κήπο, είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους με μάσκες.
Ο φόβος για τους κινδύνους από τα φυτά έδιωξε τελικά τους ηλικιωμένους από το σπίτι πριν καν κλείσει χρόνος από την εγκατάστασή τους. Ο κήπος τότε ανάσανε λυτρωμένος, σκορπίζοντας παντού απλόχερα το άρωμά του και στολίστηκε με τα λαμπερότερα χρώματα, ενθουσιάζοντας τους περαστικούς γλάρους, που διέκοπταν και πάλι καθημερινά την πορεία τους και διέγραφαν κυκλικούς σχηματισμούς, για να απολαύσουν από ψηλά το άψογο θέαμα.
Οι Παντογνώστες
Το κοριτσάκι χάραζε σπιτάκια με μια αιχμηρή πέτρα στο χώμα μπροστά από τις τριανταφυλλιές. Κάθε τόσο σήκωνε το βλέμμα του πάνω τους. Εκείνες το παρακολουθούσαν με θαυμασμό. Την ίδια στιγμή ένας άντρας με κηπουρικά εργαλεία πέρασε από μπροστά του, ανέβηκε στη βεράντα και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού. Στο άνοιγμά της φάνηκαν οι καινούριοι ένοικοι. Το κοριτσάκι τους είχε δει πολλές φορές να περνούν δίπλα του, ποτέ τους όμως δεν το είχαν προσέξει. Ήταν πάντα απασχολημένοι να μαλώνουν μεταξύ τους. Ο καθένας τους θεωρούσε «παντογνώστη» τον εαυτό του κι αγωνιζόταν να επιβάλλει στον άλλο τη δική του άποψη. Καθώς σπαταλούσαν πολύ χρόνο και ενέργεια σε καβγάδες, ποτέ δεν ολοκλήρωναν καμία δραστηριότητα.
-Καλή σας μέρα, τους είπε ένα πρωινό το κοριτσάκι, καθώς πέρασαν βιαστικά από μπροστά του διχογνωμώντας, όπως πάντα.
Όμως οι φωνές τους σκέπασαν τη δική του. Τότε τους ακολούθησε και επανέλαβε δυνατότερα.
-Καλημέρα!
– Πώς είναι δυνατόν να είναι καλή η μέρα, αφού ποτέ δεν ακούς αυτό που σου λέω και κάνεις συνέχεια του κεφαλιού σου; Αναρωτήθηκε η γυναίκα απευθυνόμενη στον άντρα της, χωρίς να δώσει καμιά σημασία στην πηγή του ήχου.
– Α, πρέπει να κάνω αυτό που θέλεις εσύ, βέβαια, αφού μόνον εσύ τα ξέρεις όλα κι έχεις πάντα δίκιο! Απάντησε ειρωνικά εκείνος, με βαθιά πεποίθηση ότι αυτές είναι δικές του αρετές και η γυναίκα του αρνείται από ξεροκεφαλιά να το παραδεχτεί. Έτσι κατέληξε η μοναδική απόπειρα του κοριτσιού να επικοινωνήσει μ’ αυτούς τους εγωπαθείς ανθρώπους.
Ενώ ο κηπουρός συνομιλούσε μαζί τους, το ζευγάρι άρχισε πάλι να τσακώνεται. Ο κηπουρός τους άφησε και κατευθύνθηκε προς τις τριανταφυλλιές. Το ζευγάρι τον ακολούθησε και ενώ εκείνος σήκωνε το κλαδευτήρι του, άρχισαν να του δίνουν ταυτόχρονα και επίμονα εντελώς αντιφατικές οδηγίες. Ο κηπουρός στάθηκε κάμποσο ακίνητος, χωρίς να κοιτάζει ούτε τον ένα ούτε τον άλλον και περίμενε να σταματήσουν. Μάταια. Όταν έχασε εντελώς την υπομονή του, μάζεψε όπως-όπως τα εργαλεία του και απομακρύνθηκε βιαστικά, μουρμουρίζοντας. Το γεγονός αυτό όχι μόνο δεν πτόησε το ζευγάρι αλλά το εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο, αφού ο καθένας τους κατηγορούσε τον άλλο ότι εξαιτίας του ο κηπουρός είχε παρατήσει το κλάδεμα.
-Είδες τι έκανες; Φώναζε η γυναίκα στον άντρα. Όπως τότε, που με τις εξυπνάδες σου έδιωξες το γιατρό που είχε έρθει να σε εξετάσει.
– Ξέχασες φαίνεται τι έγινε με το χαλασμένο σου δόντι. Απάντησε ο άντρας. Δεν βρισκόταν οδοντογιατρός να σε αναλάβει, γιατί ήθελες να ακολουθήσουν τις οδηγίες σου στην εξαγωγή. Ούτε με το στόμα μουδιασμένο από την ένεση δεν σταματούσες τις υποδείξεις.
-Κοίτα τα χάλια σου, που σαν μαθητής είχες αλλάξει τόσα σχολεία. Κανένας δάσκαλος δεν ήταν επαρκής για σένα, το φωστήρα!
-Τι να πρωτοπώ κακομοίρα μου, που ούτε μια φορά δεν γύρισες στο σπίτι από το κομμωτήριο χτενισμένη. Όλοι σε άφηναν στη μέση.
-Κάνε τα μόνη σου, όπως ξέρεις, σου έλεγαν.
Οι δύο παντογνώστες δεν στaμάτησαν όμως εκεί. Θεωρώντας ο καθένας τους ότι μπορούσε να τα καταφέρει τέλεια στην κηπουρική, άρπαξαν ένα ψαλίδι που είχε πέσει του κηπουρού κι άρχισαν να πετσοκόβουν τις δύστυχες τριανταφυλλιές. Προσπαθώντας διαρκώς να το αποσπάσουν ο ένας από τον άλλον και ταυτόχρονα να εμποδίσουν τις δικές του κινήσεις, έκοβαν στα τυφλά, σπασμωδικά και νευρικά ό,τι βρισκόταν μπροστά τους. Πάνω στη μανία τους για το τερατώδες αποτέλεσμα, που το καταλόγιζαν ο ένας στον άλλο, προκαλούσαν όλο και μεγαλύτερες καταστροφές.
Έτσι μαρτύρησαν οι τριανταφυλλιές. Το κοριτσάκι κι όλα τ’ άλλα πλάσματα του κήπου τις θρήνησαν για καιρό. Οι γλάροι, που άλλοτε περνώντας πάνω από τον κήπο παρουσίαζαν έναν επαναλαμβανόμενο, απολαυστικό χορευτικό χαιρετισμό, για να του ανταποδώσουν την αγαλλίαση που τους προσέφερε με την ομορφιά του, τώρα προσπερνούσαν βιαστικά.
Ο Ασήμαντος
Καθώς οι τριανταφυλλιές ήταν η βιτρίνα του κήπου, το ζευγάρι μετά το κατόρθωμά του, εγκατέλειψε το σπίτι όπου αποδείχτηκε περίτρανα η ανοησία του.
Ο νέος ένοικος που εγκαταστάθηκε έπειτα εκεί με τη γυναίκα του και τις τρεις κόρες του, έδειξε από την αρχή μεγάλη προτίμηση στις πικροδάφνες, που αποτελούσαν το φράχτη του κήπου. Το κοριτσάκι άργησε να διαπιστώσει ότι ο άντρας κρυβόταν ανάμεσά τους, για να παρακολουθεί τους γείτονες. Ωστόσο και πάλι δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Ώσπου η ζωή όλων των γειτόνων άλλαξε ριζικά. Έχασαν την ξενοιασιά, την ανεμελιά, την ησυχία τους. Για ό,τι κι αν έκαναν πλέον μέσα στα σπίτια τους ή έξω στους κήπους τους, είχαν άγχος μήπως ενοχλήσουν, αφού σε διάφορες υπηρεσίες έπεφταν βροχή οι καταγγελίες σε βάρος τους. Η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη για τους υπαλλήλους των διαφόρων υπηρεσιών, όπου έφταναν οι καταγγελίες, καθώς ο καταγγέλων εκτόξευε και εναντίον τους απειλές, επειδή ισχυριζόταν ότι δεν δρούσαν άμεσα.
Ένα απόγευμα που ο νέος ένοικος είχε κατέβει στον κήπο μαζί με τις κόρες του, το κοριτσάκι τις άκουσε να του εκφράζουν το θαυμασμό τους.
-Μπαμπά είσαι πάρα πολύ σπουδαίος, όλοι σε φοβούνται…
Ο μπαμπάς τους χαμογέλασε με ικανοποίηση.
-Όταν σε φοβούνται, τότε μόνο σε υπολογίζουν, παρατήρησε.
Στα χρόνια όμως που πέρασαν η κατάσταση στη γειτονιά άρχισε σταδιακά να αλλάζει δραματικά για τον κάτοικο. Ενώ αυτός εμφανιζόταν όλο και πιο ενοχλημένος από τις συμπεριφορές των άλλων, εκείνοι έπαψαν να ενδιαφέρονται γι’ αυτό. Ακόμη και οι διάφοροι αρμόδιοι που απευθυνόταν, σαν να ήταν συντονισμένοι μεταξύ τους, τον αγνοούσαν συστηματικά. Αδιαφορούσαν για τις απειλές του ή όχι σπάνια, διασκέδαζαν φανερά με αυτές. Ο κάτοικος βυθιζόταν σε απόγνωση. Όσο περισσότερο φώναζε, έβριζε, οργιζόταν τόσο οι γείτονες όχι απλώς δεν τον φοβούνταν καθόλου πια αλλά αρκετοί γελούσαν απροκάλυπτα μπροστά του. Ακόμη και οι κόρες του, που πριν ήταν ενθουσιασμένες με το φόβο που προκαλούσε στους άλλους, τώρα έλεγαν εμπιστευτικά μεταξύ τους:
-Το μπαμπά μας δεν τον φοβούνται πια.
-Δεν τον υπολογίζουν, δεν είναι σπουδαίος.
-Είμαστε τα παιδιά ενός ασήμαντου ανθρώπου. Τι κρίμα!…
Ο κάτοικος κατάλαβε ότι αν παρέμενε σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτή τη γειτονιά, σ’ αυτόν τον τόπο, θα ήταν παντοτινά δυστυχισμένος, γιατί γι’ αυτόν ευτυχία ήταν να δυσκολεύει τη ζωή των άλλων, να τους δημιουργεί προβλήματα, ώστε να νιώθει σημαντικός.
Πριν φύγει οριστικά, μπήκε έξαλλος στο παρτέρι με τα μοσχομπίζελα κι άρχισε να τα ποδοπατά και να τα κλωτσά μανιασμένα.
-Είδες μπαμπά, πόσο δυνατός είμαι; Παραληρούσε μες απ’ τους λυγμούς του. Όπως κι εσύ μπαμπά τότε που χτυπούσες τη μαμά κι αυτή σε φοβόταν. Κι εγώ μπαμπά σε έτρεμα. Θυμάσαι τότε που με είχες κρεμάσει κι έτσι κατάλαβα πόσο δυνατός και σημαντικός είσαι; Όμως κι εγώ μπαμπά έγινα σαν εσένα. Κοίτα τι μεγάλο κακό μπορώ να κάνω! Συγγνώμη που αυτοί οι γελοίοι δεν με φοβούνται πια. Σου υπόσχομαι αυτό να μην ξανασυμβεί ποτέ, πουθενά!…
Το κοριτσάκι δεν ήξερε πια αν έκλαιγε μόνο για τα νεκρά μοσχομπίζελα, ή και γι’ αυτόν το δυστυχισμένο άνθρωπο, που ποτέ του δεν είχε αγαπηθεί ούτε είχε αγαπήσει. Το μόνο συναίσθημα που είχε νιώσει ήταν ο φόβος και η ικανοποίηση ότι οι άλλοι τον φοβούνται.
Μόλις η καταστροφή ολοκληρώθηκε, το κοριτσάκι αναλογίστηκε τον αλτρουισμό των μοσχομπίζελων.
-Οι ταπεινοί μου φίλοι, που το μοναδικό τους φταίξιμο ήταν ότι ομόρφαιναν κι ευωδίαζαν τον κήπο, θυσιάστηκαν, για να ζήσουμε όλοι καλύτερα…
Η Πολυάσχολη
Όταν έφτασε η νέα ένοικος του σπιτιού, το κοριτσάκι εντυπωσιάστηκε από την εμφάνισή της. Τα πλούσια μαλλιά της είχαν ένα βαθύ κόκκινο χρώμα κι ήταν μαζεμένα στην κορυφή του κεφαλιού. Το μακιγιάζ της ήταν πολύ επιτυχημένο, την έκανε να φαίνεται πάρα πολύ νέα.
Το κοριτσάκι έτρεξε να την καλωσορίσει. Υπέθεσε πως θα της άρεσαν πολύ τα λουλούδια και σκέφτηκε να της προτείνει να φτιάξει ξανά το παρτέρι με τις τριανταφυλλιές και τη γωνιά με τα μοσχομπίζελα.
-Καλώς ήρθατε, είπε ευγενικά το κοριτσάκι στην κοπέλα, που πλησίαζε προς το σπίτι, κρατώντας μια μοντέρνα τσάντα κι ένα κομψό βαλιτσάκι.
-Α, γεια σου μικρή μου, με συγχωρείς αλλά είμαι πάρα πολύ βιαστική. Έχω τόσες πολλές δουλειές!…
-Ποιο είναι το επάγγελμά σας, συνέχισε με ενδιαφέρον το κοριτσάκι.
Αλλά η γυναίκα δεν πρόλαβε ν’ απαντήσει. Μια υπέροχη μελωδία ακούστηκε κι άνοιξε βιαστικά την τσάντα της, για ν’ απαντήσει σ’ ένα από τα κινητά της τηλέφωνα.
-Θα είμαι εκεί στις δέκα, είπε και πριν κλείσει το τηλέφωνο, είχε δεύτερη κλήση. Συνέχισε να συνομιλεί στα τηλέφωνά της ώσπου ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα στο σπίτι.
Το κοριτσάκι, όποτε την έβλεπε να βγαίνει για τις δουλειές της, την πλησίαζε με την ελπίδα να της μιλήσει για τον κήπο. Όμως κάθε φορά η γυναίκα περνούσε το ίδιο βιαστική, γιατί κάπου είχε επειγόντως να πάει. Τα βράδια επέστρεφε πολύ αργά κι έτσι το κοριτσάκι δεν κατόρθωνε να απομείνει ξύπνιο, για να την περιμένει να συζητήσουν για τον κήπο.
Όσο ο καιρός περνούσε, το κοριτσάκι απελπιζόταν γιατί όχι μόνο δεν είχαν φυτευτεί καινούριες τριανταφυλλιές ούτε καν σπόροι για μοσχομπίζελα αλλά ολόκληρος ο κήπος είχε εγκαταλειφθεί εντελώς. Η πολυάσχολη γυναίκα δεν είχε χρόνο και διάθεση να καλλιεργήσει ούτε το περιβολάκι. Άλλωστε ποτέ δεν μαγείρευε και δεν έτρωγε στο σπίτι. Μια βραδιά μονάχα, παρέθεσε δείπνο με έτοιμο φαγητό στη βεράντα. Το κοριτσάκι άκουσε τότε κάποιον από τους καλεσμένους της να επαινεί την έκταση του κήπου.
– Τον έχω όμως παραμελήσει, γιατί δεν προλαβαίνω καθόλου, παρατήρησε η οικοδέσποινα. Σύντομα θα καλέσω έναν κηπουρό για να τον φροντίσει, δήλωσε κλείνοντας τη συζήτηση.
Οι ελπίδες του κοριτσιού αναπτερώθηκαν, για να ματαιωθούν οριστικά αυτή τη φορά όταν η γυναίκα άφησε το σπίτι αιφνιδίως, επειδή οι επαγγελματικές της υποχρεώσεις την οδήγησαν αλλού.
Άνθρωποι με Οθόνες
Την πολυάσχολη κυρία, διαδέχτηκε μια τετραμελής οικογένεια. Το κοριτσάκι, όταν είδε πως τα δίδυμα δωδεκάχρονα παιδιά τους ήταν αρκετά ψηλότερα από κείνο, υπολόγισε πως θα φτάνουν άνετα τα τζιτζίκια πάνω στους κορμούς των δέντρων.
-Πρέπει να φροντίσω να ειδοποιήσω τα τζιτζίκια να είναι πολύ προσεκτικά, σκέφτηκε. Μα είχε τόσο άδικο ν’ ανησυχεί! Τα παιδιά δεν έδωσαν καμιά σημασία στo ρυθμικό τραγούδι των τζιτζικιών, όπως άλλωστε και σε τίποτε άλλο που βρισκόταν στον κήπο. Όποτε περνούσαν ανάμεσα στις ακακίες, τα κεφάλια τους ήταν σκυμμένα πάνω στις μικροσκοπικές, φορητές οθόνες που κρατούσαν. Πατούσαν διάφορα κουμπάκια κι εμφανίζονταν κινούμενες εικόνες που έβγαζαν παράξενους, άγνωστους ήχους. Πουλιά και τζιτζίκια δυνάμωναν τότε τις μελωδίες τους, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να τραβήξουν την προσοχή των διδύμων. Όμως κανένας ήχος μα ούτε και οι πεταλούδες με την πανδαισία των χρωμάτων τους, που πετούσαν αδιάκοπα τριγύρω τους, ήταν δυνατόν να αποσπάσουν τα δυο παιδιά από τις οθόνες τους. Μέσα στο σπίτι η κατάσταση δεν ήταν διαφορετική. Όλη η οικογένεια περνούσε τον περισσότερο χρόνο της πάνω από παρόμοιες, μεγαλύτερες σε μέγεθος οθόνες. Επιπλέον, σε κάθε δωμάτιο υπήρχαν οθόνες τεράστιες, που κάλυπταν σχεδόν ολόκληρο τοίχο. Άλλοτε ήταν σιωπηλές και άλλοτε θορυβώδεις. Οι μοναδικοί ήχοι που είχαν ακουστεί ποτέ στο σπίτι, προέρχονταν αποκλειστικά από τις οθόνες του. Το κοριτσάκι απορούσε αν τα δίδυμα και οι γονείς τους είχαν φωνή. Ποτέ δεν συνομιλούσαν ούτε γελούσαν.
Ακόμη και όταν έτρωγαν, ήταν τόσο απορροφημένοι στις οθόνες τους, που όπως το κοριτσάκι τους έβλεπε να δαγκώνουν και να μασάνε μηχανικά κι ανέκφραστα, σκεφτόταν πως αν αντικαθιστούσε το γεύμα τους με οτιδήποτε μη φαγώσιμο, εκείνοι θα το τελείωναν κανονικά χωρίς να καταλάβουν τίποτα. Έτσι το κοριτσάκι είχε απορήσει τρομερά όταν διαπίστωσε πως άπειρες φορές στις οθόνες κοιτούσαν συνταγές μαγειρικής.
Επίσης, αν και οι εποχές που έκαναν τόσο διαφορετικό τον κήπο, άφηναν όλα τα μέλη αυτής της οικογένειας τελείως αδιάφορα, ήταν άξια λόγου η προσήλωση με την οποία παρακολουθούσαν τις μετεωρολογικές προγνώσεις. Κάποτε όταν οι οθόνες ανάμεσα σε διάφορα χιονισμένα τοπία πρόβαλαν και το δικό τους σπίτι, που είχε καλυφθεί από χιόνι, γονείς και παιδιά που δεν είχαν ήδη αντιληφθεί τίποτα, έδειξαν εξαιρετικά εντυπωσιασμένοι. Ωστόσο ούτε που σκέφτηκαν να χαρούν την ίδια εικόνα ολοζώντανη, έστω πίσω από το κλειστό τζάμι. Ο κήπος άνθιζε, ευωδίαζε, γέμιζε κελαηδισμούς, άπλωνε τον ίσκιο του τα πυρωμένα μεσημέρια ή κρατούσε τη δροσιά της αυγής εντελώς μάταια, χωρίς να επηρεάζει σε τίποτα τη δραστηριότητα των τεσσάρων αυτών ανθρώπων. Κι όταν τελικά έφυγαν από το σπίτι, ο κήπος τους ήταν τόσο άγνωστος όσο και πριν να έρθουν σε αυτό.
Καταναλωτές
Πριν φτάσουν στο σπίτι οι νέοι του κάτοικοι, είχαν προηγηθεί οι αποσκευές τους. Το κοριτσάκι, όταν είδε να καταφτάνουν τα εφτά φορτηγά αυτοκίνητα που τις μετέφεραν, υπέθεσε ότι θα εμφανιζόταν μια πολυπληθής οικογένεια, που τα παιδιά της θα γέμιζαν τον κήπο με τις φωνές και τα γέλια τους. Αντί γι’ αυτό όμως εμφανίστηκαν τρία μόλις άτομα, οι γονείς με το μοναχοπαίδι τους. Κάποια από τα πράγματά τους τοποθετήθηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού, ωστόσο σ’ ολόκληρη τη βεράντα, καθώς και στο παρτέρι που άνθιζαν άλλοτε οι τριανταφυλλιές, απέμειναν στοιβαγμένα πολλά ακόμη αντικείμενα. Το κοριτσάκι σκέφτηκε πως αυτή ήταν μια προσωρινή κατάσταση και σύντομα το καθετί θα το τοποθετούσαν στη θέση του, οπότε ο χώρος θα απελευθερωνόταν, κι έτσι μαζί με το άλλο παιδάκι θα χαίρονταν όλες τις γωνιές του κήπου. Προς το παρόν θα μπορούσαν να παίζουν κρυφτό ανάμεσα στα τεράστια πακέτα.
Πράγματι, η γνωριμία των δύο παιδιών δεν άργησε να γίνει. Όταν η μικρούλα που κατοικούσε στο σπίτι, πρόβαλε στο στενό διάδρομο που είχαν αφήσει στην ασφυκτικά γεμάτη βεράντα για να μπαινοβγαίνουν, το κοριτσάκι πλησίασε και της πρότεινε:
-Θέλεις να παίξουμε κρυφτό; Υπάρχουν καταπληκτικές κρυψώνες.
-Α, δεν ξέρω κρυφτό, την αιφνιδίασε η μικρούλα. Παίζουμε καλύτερα διαφημίσεις;
-Εντάξει, είπε το κοριτσάκι, περίεργο να μάθει το καινούριο παιχνίδι. Δεν πρόλαβε όμως να ρωτήσει πώς παίζεται και η μικρούλα είπε βιαστικά:
-Αλλά τώρα πρέπει να φύγω αμέσως.
-Μα δεν παίξαμε ακόμη καθόλου, απάντησε λυπημένο το κοριτσάκι.
-Θα παίξουμε άλλη φορά. Ακούς αυτή τη μουσική;
Το κοριτσάκι έγνεψε ναι, με το κεφάλι.
-Τελειώνει μια τηλεοπτική σειρά. Τώρα θα αρχίσουν οι διαφημίσεις. Έτσι γίνεται πάντα.
-Και πρέπει να πας, γιατί έτσι παίζεται το παιχνίδι; Ρώτησε μπερδεμένο το κοριτσάκι.
-Πρέπει να δω τις διαφημίσεις, για να ενημερωθώ για τα καινούρια προϊόντα, ξανάπε, χάνοντας την υπομονή της η μικρούλα. Η μαμά κι ο μπαμπάς μού αγοράζουν ό,τι τους ζητάω, συνέχισε με καμάρι. Και χάθηκε ανάμεσα στους σωρούς με τα πακεταρισμένα αντικείμενα.
Μια άλλη φορά, που το κοριτσάκι της φώναξε για να παίξουν, πάλι εκείνη δεν ευκαιρούσε, επειδή παρατηρούσε τις διαφημίσεις στις σελίδες των περιοδικών. Έλα να δεις κι εσύ! Την προσκάλεσε.
Μα το κοριτσάκι ξεφυλλίζοντας μόλις δυο – τρεις σελίδες, βαρέθηκε αφόρητα.
Όσο ο καιρός περνούσε τόσο ο χώρος του κήπου και μαζί και οι δυνατότητες για παιχνίδι περιορίζονταν δραματικά. Άπειρα προϊόντα κάθε είδους αγοράζονταν καθημερινά κι ακριβώς επειδή ήταν αδύνατον στους αγοραστές τους να τα καταναλώσουν με τους ταχύτατους ρυθμούς που τα προμηθεύονταν, αυτά στοιβάζονταν πια σε όλα τα σημεία του κήπου. Τα περισσότερα από τα προϊόντα μάλιστα, μετατρέπονταν σε σκουπίδια πριν προλάβουν να χρησιμοποιηθούν. Επειδή τα σκουπίδια αυξάνονταν απίστευτα γρήγορα, ήταν αδύνατο να απομακρύνονται στο σύνολό τους από τον κήπο κάθε μέρα. Έτσι ο κήπος δεν άργησε να μετατραπεί σε σκουπιδότοπο. Τελικά η μικρούλα με την οικογένειά της αναγκάστηκαν να φύγουν από κει, επειδή αδυνατούσαν να καλύψουν τα έξοδα των αγορών τους. Είχαν χρεωθεί υπερβολικά και οι δανειστές τους αποφάσισαν να κατασχέσουν το σπίτι.
Διάσημος
Πέρασαν δύο ολόκληροι μήνες από την ημέρα που έφυγε η οικογένεια των καταναλωτών, ώσπου τα απορριμματοφόρα να απομακρύνουν εντελώς τα σκουπίδια από τον κήπο. Το κοριτσάκι σ’ αυτό το διάστημα ασφυκτιούσε μέσα στον απίθανο τούτο σκουπιδότοπο, που είχε καλύψει ακόμη και τα ψηλότερα δέντρα, τα μόνα από τα φυτά που είχαν απομείνει όρθια, με τεράστιες βέβαια απώλειες στα φυλλώματά τους.
Ήρθε όμως η στιγμή που τα δέντρα κατάφεραν να δουν ξανά το λαμπρό χαμόγελο του ήλιου, να νιώσουν και πάλι το χάδι του ανέμου και να ξεδιψάσουν με τη δροσιά της αυγής. Το κοριτσάκι ένιωθε ευτυχισμένο, αφού επιτέλους μπορούσε να εξερευνά με το βλέμμα του από τόσο κοντά τους κορμούς τους, να τους αγκαλιάζει με το ένα του χέρι και κρατώντας το τεντωμένο να γέρνει στο πλάι το σώμα του και να γυρίζει με εμπιστοσύνη τριγύρω τους άπειρες φορές.
– Είστε ό,τι απέμεινε απ’ τον κήπο μας, τους έλεγε με λατρεία και βαθιά νοσταλγία για όσα φυτά είχαν χαθεί.
– Δεν θα σ’ αφήσουμε ποτέ μόνο, απαντούσαν τα δέντρα, με τη σιγουριά που τους έδινε η επιθυμία, η ανάγκη τους να συντροφεύουν και να προστατεύουν το κοριτσάκι.
Όταν ο κήπος καθαρίστηκε, στο σπίτι εγκαταστάθηκε ο νέος του κάτοικος. Διάφοροι άνθρωποι με μικρόφωνα, κάμερες και φωτογραφικές μηχανές, άρχισαν να πηγαινοέρχονται, να τον φωτογραφίζουν, να του παίρνουν συνεντεύξεις. Το κοριτσάκι σκεφτόταν ότι ο νέος κύριος του σπιτιού θα ήταν πολύ σπουδαίος, αφού τόσος κόσμος ασχολιόταν μαζί του.
– Αυτός ο άνθρωπος θα είναι πολύτιμος για τον κήπο, που έχει τόση ανάγκη από αγάπη και φροντίδα, σκέφτηκε συγκινημένο το κοριτσάκι. Και τα φύλλα των δέντρων, που ήξεραν να διαβάζουν τις σκέψεις του, αναδεύτηκαν αινιγματικά.
Μια από τις λιγοστές φορές που το κοριτσάκι βρήκε τον κύριο μόνο του, τον πλησίασε και τον χαιρέτησε, καθώς έμπαινε στο υπερπολυτελές αυτοκίνητό του.
-Γεια σου κορίτσι μου, απάντησε εκείνος. Πέρνα κάποια στιγμή που θα ευκαιρώ, για να σου δώσω αυτόγραφο.
-Πολύ ωραία, σας ευχαριστώ. Πώς σας λένε; Είπε αυθόρμητα το κοριτσάκι.
-Καημένο παιδί, κούνησε το κεφάλι του με οίκτο ο κομψός κύριος. Πώς είναι δυνατόν να μην με γνωρίζεις;
– Όμως, θα ήθελα τόσο πολύ να σας γνωρίσω, επέμεινε το κοριτσάκι.
-Αυτό είναι πολύ εύκολο. Είμαι εξαιρετικά διάσημος, όλοι μιλούν για μένα.
-Εγώ θέλω να μάθω πολύ συγκεκριμένα πράγματα για σας. Ας πούμε, αν αγαπάτε τους κήπους.
Ο άνθρωπος σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα.
-Φυσικά, γιατί όχι, αν δεν γίνονται εμπόδιο στη διασημότητά μου;
Το κοριτσάκι τον παρακολουθούσε να απομακρύνεται, εντελώς καθησυχασμένο, αφού δεν μπορούσε να φανταστεί κανέναν τρόπο που ένας κήπος θα εμπόδιζε τη διασημότητα κάποιου.
Μετά από μερικούς μήνες εκτός από τους συνηθισμένους πια για τον κήπο ανθρώπους με τις κάμερες, εμφανίστηκαν και μερικοί άλλοι που κρατούσαν μεγάλα λευκά χαρτιά με σχέδια και κάτι στρογγυλές θήκες, απ’ όπου τραβούσαν τεράστιες κορδέλες με γραμμούλες και νούμερα και άρχισαν να μετρούν το χώρο γύρω από τη συκιά.
– Σκούρα τα βλέπω τα πράγματα, φώναξε το δέντρο στις ακακίες.
Το κοριτσάκι που έπαιζε πιο δίπλα με τις πασχαλίτσες, μπήκε με άνεση κάτω από τον ίσκιο της συκιάς, αφού η παρουσία των άλλων είχε ήδη απομακρύνει από εκεί τα λαίμαργα έντομα.
– Γιατί μετράτε εδώ παρακαλώ; Ρώτησε τους ανθρώπους.
– Μπα, από πού ξεφύτρωσες εσύ;
Το κοριτσάκι ετοιμαζόταν να δικαιολογήσει την παρουσία του, μα ο μηχανικός είχε ήδη ξεχάσει την ερώτησή του, είχε στραφεί στους άλλους και τους έδινε οδηγίες με δυνατή φωνή. Αυτό δεν πτόησε το κοριτσάκι, που επανέλαβε με θάρρος την ερώτησή του.
– Βρε μπελάς, είπε τότε ο άντρας φανερά εκνευρισμένος.
Κάποιος νεότερος όμως που ήταν μαζί του, χαμογέλασε στο κοριτσάκι και του είπε:
-Μετράμε για την επέκταση.
-Αχ, θα επεκταθεί ο κήπος, τέλεια! Φώναξε το κοριτσάκι χειροκροτώντας, και με τον ενθουσιασμό του προκάλεσε δυνατά γέλια στους συγκεντρωμένους ανθρώπους. Ύστερα έτρεξε να αναγγείλει το χαρμόσυνο νέο στις ακακίες. Εκείνες όμως δεν ενθουσιάστηκαν καθόλου, αντίθετα έδειχναν πολύ προβληματισμένες.
-Ο κήπος δεν γίνεται να επεκταθεί, είπαν. Η πέτρινη μάντρα στο πάνω μέρος του φτάνει μέχρι το δρόμο. Ποτέ δεν κλείνει ένας δρόμος, για να επεκταθεί ένας κήπος.
-Τότε; Ρώτησε απορημένο το κοριτσάκι τις σοφές ακακίες, που φαινόταν να έχουν ήδη λύσει το γρίφο.
-Έχει δίκιο η συκιά ν’ ανησυχεί, είπαν εκείνες, αποφεύγοντας να δώσουν περισσότερες εξηγήσεις.
Και σύντομα δικαιώθηκαν. Ένα συνεργείο έκοψε τη συκιά χαμηλά στον κορμό και ύστερα με κάποιο τεράστιο μηχάνημα την ξερίζωσε. Το κοριτσάκι στεκόταν για ώρα αμήχανο πάνω από τη γούβα που έμοιαζε με ανοιχτό μνήμα. Μάταια οι ακακίες το καλούσαν κοντά τους.
– Φύγε απ’ τα πόδια μας πιτσιρίκα, εδώ δεν είναι μέρος για χάζι. Δεν καταλαβαίνεις ότι κινδυνεύεις; Του φώναξαν εκείνοι που ήρθαν να ανοίξουν τα θεμέλια, για την επέκταση του σπιτιού.
Ναι, το κοριτσάκι το καταλάβαινε πια ότι ο κήπος του αφανιζόταν κι εκείνο κινδύνευε μέσα του. Κούρνιασε στην αγκαλιά που έφτιαχναν με τους κορμούς τους οι τρεις ακακίες κι έκλαψε καθισμένο στο χώμα ώσπου αποκοιμήθηκε.
Στο χώρο που άλλοτε τον σκίαζε η συκιά, τώρα δημιουργήθηκε μια τεράστια αίθουσα υποδοχής, για το πλήθος των θαυμαστών του ιδιοκτήτη.
Μα τα έργα του διάσημου κατοίκου στο σπίτι και στον κήπο δεν σταμάτησαν εδώ. Το επόμενο σχέδιό του ήταν μια πισίνα ακριβώς στο κέντρο του κήπου. Για να πραγματοποιηθεί όμως, έπρεπε να θυσιαστούν οι ακακίες. Ο διάσημος κάτοικος δεν δίστασε καθόλου. Αυτή τη φορά όμως στο κοριτσάκι δεν είχε απομείνει καμιά αγκαλιά για να κλάψει.
Μέρος Γ
Η Αποκάλυψη
Οι γλάροι πετούσαν για ώρα κυκλικά πάνω από τον πρόσφατα τσιμεντοστρωμένο χώρο. Βλέποντας το κοριτσάκι καθισμένο στο χείλος της τεράστιας γούβας που έχασκε εκεί όπου άλλοτε άνθιζαν οι ακακίες, πολύ το συμπόνεσαν και κρώζοντας έσπασαν πρώτοι τη σιωπή:
– Έλα μαζί μας κοριτσάκι.
– Δεν θέλω να φύγω, θέλω τον κήπο μου, είπε εκείνο με παράπονο. Ο κήπος μου είναι εδώ… Ήταν εδώ, διόρθωσε τη φράση του.
– Σωστά! Ο κήπος σου δεν υπάρχει πια. Μα η απέραντη θάλασσα είναι γεμάτη δρόμους, που φτάνουν παντού. Ακολούθησέ μας και θα ξαναβρείς τον κήπο σου, κάπου, ανάμεσα στους ανθρώπους… συμπλήρωσαν αινιγματικά.
– Θέλετε να με πάτε σ’ έναν άλλο κήπο; Ρώτησε απορημένο το κοριτσάκι.
– Δεν έχουν απομείνει, ξέρεις, πολλοί κήποι, απάντησαν οι γλάροι. Άνθρωποι φοβισμένοι, παντογνώστες, ασήμαντοι, πολυάσχολοι, εξαρτημένοι, καταναλωτές, διάσημοι συνεχώς πληθαίνουν κι εξαφανίζουν τους κήπους.
– Μα εγώ μόνο στον κήπο μπορώ να ζήσω, είπε το κοριτσάκι απελπισμένο.
– Κάποτε, κάποιο άλλο πλάσμα είχε αποχωριστεί όχι τον κήπο του ολόκληρο σε τούτο εδώ το νησί, όπως συμβαίνει τώρα με σένα, παρά το μοναδικό του τριαντάφυλλο στο μακρινό, μικροσκοπικό πλανήτη του, είπαν οι γλάροι. Αλλά υπήρχε λόγος γι’ αυτόν τον αποχωρισμό.
– Τι λόγος; Ενδιαφέρθηκε αμέσως το κοριτσάκι.
– Αφού περιπλανήθηκε στο σύμπαν και στη γη, στη μεγαλύτερή της έρημο συνάντησε έναν άντρα. Προσπαθούσε μόνος να επισκευάσει το αεροπλάνο του ενώ το νερό και οι προμήθειές του λιγόστευαν δραματικά, θέτοντας τη ζωή του σε άμεσο κίνδυνο. Ο άντρας αναγνώρισε τότε σε αυτό το πλάσμα τον παιδικό εαυτό του, που τόσα χρόνια, ζώντας ανάμεσα στους ανθρώπους τον είχε χάσει. Καθώς έγινε πολύ ευτυχισμένος και πολύ σοφότερος από αυτήν τη συνάντηση, φάνηκε εξαιρετικά γενναιόδωρος με τους συνανθρώπους του. Φρόντισε την πολύτιμη εμπειρία του να την μοιραστεί μαζί τους. Όσοι γνωρίζουν την παιδική ψυχούλα εκείνου του άντρα, την λατρεύουν. Γιατί χάρη σ’ αυτήν, ο καθένας τους μπορεί πια να ελπίζει ότι θα ξαναβρεί και ο ίδιος τον αληθινό εαυτό του, που δεν είναι άλλος από τον παιδικό…
– Υπάρχει λοιπόν στον κόσμο κάποιος που ψάχνει για μένα; Που με χρειάζεται; Ρώτησε τότε εντυπωσιασμένο το κοριτσάκι.
– Ακριβώς. Μόλις σε συναντήσει, θα σε αναγνωρίσει και θα γίνει ευτυχισμένος. Τότε κι ο κήπος θ’ αναστηθεί με όλα του τα χρώματα κι όλες του τις ευωδιές!
Έτσι το κοριτσάκι, οδηγημένο απ’ τους γλάρους είχε φτάσει σε μένα, σ’ αυτήν εδώ την παραλία, τη στιγμή ακριβώς που το είχα τόσο μεγάλη ανάγκη…
Η συνάντηση
-Έλα, πρέπει να βιαστούμε, είπα αιφνιδιαστικά στο κοριτσάκι. Γυρίζουμε στην πόλη. Και συμπλήρωσα ψιθυριστά:
– Δεν γίνεται να ζήσω πια χωρίς εσένα.
– Μα δεν μπορώ να φύγω τώρα, μου είπε. Όχι ακόμη. Θέλω ν’ αποτελειώσω κάτι. Κι άλλωστε δεν ξέρω να βιάζομαι, συμπλήρωσε μετά από λίγο.
-Πρέπει να προλάβουμε το τελευταίο λεωφορείο. Γιατί θέλεις να μείνεις;
-Για μια φιλία.
Το κοίταξα κaτάπληκτη. Κατάλαβε την απορία μου και συνέχισε. Δεν είναι η πρώτη μέρα μου σε τούτη την παραλία. Περιπλανιέμαι στους δρόμους της θάλασσας για ώρες, όμως γυρίζω εδώ κάθε φορά με το δειλινό, γιατί εξημερώνω μια αλεπού. Με περιμένει κι απόψε.
Ώστε λοιπόν στην αλεπού χρωστούσα τη συνάντηση με το κοριτσάκι. Εκείνο χάρη στην αθωότητά του τόλμησε ήδη αυτό που εγώ ανέβαλα εδώ και καιρό. Το πήρα απ’ το χέρι, αποφασισμένη να συναντήσουμε την αλεπού μαζί. Εκείνη μόνο θα μπορούσε να το πείσει να με ακολουθήσει. Βαδίσαμε προς τη φωλιά της. Φτάνοντας εκεί, μου φάνηκε σαν να μας περίμενε
-Δεν θέλω να χάσω ποτέ πια το κοριτσάκι, της είπα, χωρίς κανέναν πρόλογο.
-Αφού δεν θέλεις δεν θα το χάσεις, μου απάντησε με ακλόνητη βεβαιότητα. Ξέρεις τώρα πού θα έρχεσαι όποτε το χρειάζεσαι.
-Μα πια δεν γίνεται να ζήσω ούτε για μια στιγμή μακριά του, επέμεινα.
-Αυτή η παραλία δεν είναι πιο μακριά απ’ τ’ άστρα, παρατήρησε με νόημα.
-Τα άστρα όμως φαίνονται από τη γη. Αυτή η παραλία δεν φαίνεται από εκεί που ζω, συνέχισα πεισμωμένη.
-Η θάλασσα είναι μία και φτάνει παντού, μου απάντησε. Ακόμη κι αν πρέπει να γίνει σύννεφο και σταγόνες της βροχής, που θα ποτίσουν τον κήπο σου. Για να την φέρεις κοντά σου, δεν έχεις λοιπόν παρά να κάνεις εκείνο τον κήπο να ανθίσει ξανά, κατέληξε.
-Αχ, σε παρακαλώ, ικέτεψε τότε το κοριτσάκι. Χάρισέ μου ξανά το χαμένο μου κήπο.
Έτσι ξεκίνησα να γράφω αυτήν την ιστορία, για να αναστήσω τον κήπο του, τον χαμένο παράδεισο των παιδικών μου χρόνων…
Επιστροφή
Επιστρέφω μετά από καιρό λυτρωμένη κι αισιόδοξη σ’ αυτήν την παραλία. Ο θάνατος από ορατή απειλή έγινε γεγονός. Ήταν Κυριακή στα μέσα του Σεπτέμβρη, την ώρα του δειλινού, όταν αποχωρίστηκα το αγαπημένο μου πρόσωπο. Μα όπως ακριβώς και με τον ήλιο, που τη στιγμή που μας αφήνει, η ψυχή του απλώνεται παντού και κάνει προσιτή την αιωνιότητα για κάθε εφήμερη ύπαρξη, έτσι και αυτή η απώλεια, με απελευθέρωσε εντελώς από την κυριαρχία του θανάτου.
Ταξιδεύοντας προς την παραλία με διακατέχει η βεβαιότητα ότι η Αλεπού και το κοριτσάκι με περιμένουν. Θα τις αφήσω να με κοιτάξουν βαθιά στα μάτια κι έτσι χωρίς να χρειαστεί να πω τίποτα, θα βρεθούμε μέσα στον κήπο μας. Ο ενθουσιασμός μου γίνεται ασυγκράτητος. Επιτέλους! Χτυπώ το κουδούνι για στάση. Λίγα μέτρα με χωρίζουν από την απόλυτη ευτυχία. Σε μερικά δευτερόλεπτα θ’ αγκαλιάζω το κοριτσάκι μου μέσα σε γνώριμα χρώματα κι ευωδιές κάτω από το στοργικό βλέμμα της Αλεπούς…
Το πάτημα του φρένου με βρίσκει σε πλήρη ετοιμότητα. Η πόρτα ανοίγει μπροστά μου. Μετά από λίγο κλείνει ξανά. Εγώ έχω παραμείνει ακίνητη, καρφωμένη στην ίδια θέση. Αυτό που αντίκρισα μου είναι αδιανόητο. Σωριάζομαι στο πιο κοντινό κάθισμα. Το λεωφορείο συνεχίζει την πορεία του, περνώντας μέσα από θολά τοπία. Το μόνο που βλέπω καθαρά είναι η εικόνα της Αλεπούς να κείτεται πάνω στο δρόμο. Ίσως βγήκε εκεί στην άσφαλτο, για να με υποδεχθεί. Όμως ποτέ ξανά δεν θα με κοιτάξει βαθιά στα μάτια.
Το λεωφορείο φτάνει στο τέρμα του. Ήδη σουρούπωσε κι εγώ ανυπομονώ πια να ξεκινήσει το δρομολόγιο τής επιστροφής. Βιάζομαι να επανορθώσω, να σταματήσω εκεί που είδα την Αλεπού, να μην την προσπεράσω και πάλι νικημένη από το απροσδόκητο. Είμαι αποφασισμένη να βρεθώ με το κοριτσάκι και να το παρηγορήσω για το χαμό της. Τώρα έχουμε όσο τίποτα ανάγκη η μία την άλλη. Και έχουμε ανάγκη ακόμη περισσότερο κι οι δυο μας τον κήπο.
Όταν κατεβαίνω στη στάση, νιώθω το σκοτάδι μπρος μου να πυκνώνει. Το φεγγάρι δεν έχει ανατείλει ακόμη. Μα ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια. Πρώτη φορά τα βλέπω τόσο λαμπερά. Μου θυμίζουν τα μάτια της Αλεπούς, διερευνητικά, υπομονετικά, στοργικά. Έχω την εντύπωση πως αν απλώσω το χέρι μου, θα τ’ αγγίξω.
– Τ’ αστέρια κατέβηκαν για ν’ αποχαιρετήσουν οι μοναχικοί τους κάτοικοι την Αλεπού από κοντά, μονολογώ.
Αμέσως μετά τη στροφή, σαν να διακρίνω ένα πλήθος στο σημείο που κείτεται εκείνη. Όσο περισσότερο πλησιάζω, τόσο βεβαιώνομαι πως δεν κάνω λάθος. Και μάλιστα το πλήθος διαρκώς πυκνώνει. Μα πότε πρόλαβαν να συγκεντρωθούν τόσοι άνθρωποι, τέτοια ώρα, σε αυτόν τον εξοχικό δρόμο, που πριν από κάμποσα λεπτά ήταν ολότελα έρημος; Ανάμεσα στο πλήθος υπάρχουν πολλά παιδιά. Ωστόσο βασιλεύει απόλυτη σιωπή. Έχουμε περιτριγυρίσει το σώμα της Αλεπούς. Το κοιτάζουμε τρυφερά. Μερικά παιδάκια σκύβουν και το χαϊδεύουν. Προσπαθώ να ξεχωρίσω τα πρόσωπά τους στο σκοτάδι. Δεν μπορώ να εξηγήσω πώς συμβαίνει άνθρωποι από διαφορετικές χρονολογικές εποχές να βρίσκονται εδώ μαζί. Άλλοι από αυτούς έχουν ζήσει σε τόπους μακρινούς, άλλοι σε κοντινότερους. Οι αποστάσεις έχουν καταλυθεί. Όλες οι φυλές είναι παρούσες κι αποχαιρετούν την Αλεπού.
Όταν διακρίνω το κοριτσάκι μου, προχωρώ βιαστικά προς το μέρος του. Μου απλώνει πρώτο εκείνο το χέρι του. Το σφίγγω στην παλάμη μου, για να του δώσω κουράγιο. Αν φανταζόταν ότι θα της χαρίσω τον κήπο της, σκέφτομαι, ίσως τώρα να πονούσε λιγότερο. Κι άλλα παιδικά χεράκια απλώνονται σε κάποιους μεγάλους. Μερικοί απ’ αυτούς έχουν σηκώσει παιδάκια στην αγκαλιά τους. Το κοριτσάκι μου στρέφει το βλέμμα του πάνω σ’ ένα αδύνατο σωματάκι με ξανθό κεφάλι, που περνά πλάι μας στην αγκαλιά ενός άντρα. Το χρυσαφί κασκόλ του παιδιού σέρνεται στο δρόμο.
– Ο κήπος μας θα φαίνεται απ‘ το δικό του πλανήτη; Με ρωτά το κοριτσάκι αιφνιδιαστικά.
– Οπωσδήποτε, απαντώ με κατάπληξη, που ξέρει ήδη για τον κήπο. Φαίνεται από οπουδήποτε, αν κάποιος μπορεί να βλέπει με την καρδιά.
– Τότε λοιπόν στον κήπο να βάλουμε και μια φωλιά για την αλεπού. Ίσως να έρχεται κάπου-κάπου όταν νοσταλγεί τους φίλους της.
Επίλογος
Από εκείνη τη στιγμή δεν έχω αποχωριστεί ποτέ το κοριτσάκι. Όπου και αν βρίσκομαι, είναι μαζί μου. Ανασαίνουμε τα μεθυστικά αρώματα του κήπου μας στην πόλη, σε χώρους κλειστούς, οπουδήποτε. Στα βλέμματα των ανθρώπων που ζουν γύρω μας προσπαθώ να ξεχωρίσω αν το κοριτσάκι μου είναι ορατό. Ανεξάρτητα όμως από την ικανότητα των άλλων να το διακρίνουν, αυτό δεν με εγκαταλείπει ποτέ.
Στον κήπο μας βρίσκεται και μια φωλιά, για να έρχεται η αλεπού, όποτε θέλει. Δεν έχουμε νέα της ακόμη αλλά πάντα ελπίζουμε ότι κάποτε θα μας επισκεφτεί.
– Ευτυχώς που προλάβαμε να ολοκληρώσουμε εκείνη τη φιλία, είπε μια φορά το κοριτσάκι. Είναι τόσο παρήγορο να έχεις κάτι να περιμένεις τα βράδια…
Αναλογίζομαι συχνά την Αλεπού. Ίσως να θυσιάστηκε για να μας αποκαλύψει πως δεν είναι λίγοι όσοι έχουν και πάλι μέσα τους το παιδί που ήταν κάποτε. Κι αυτό ας μην το προσπερνάμε σαν μια απλή είδηση. Είναι ελπίδα, διέξοδος, και υπόσχεση πως ο καθένας από μας, αργά ή γρήγορα, εύκολα ή δύσκολα, μπορεί να ξανακερδίσει τη χαμένη του παιδικότητα, την αληθινή ευτυχία. Δεν νομίζετε πως είναι αρκετό αυτό για να μας ενθαρρύνει στην προσπάθεια αναζήτησης;
Αφιερωμένο στην ιερή μνήμη του λατρευτού μου πατέρα, Τάσου Ηλία